Συνέντευξη του CEO Κωνσταντίνου Καραφωτάκη στο «Χρήμα»

«Οι Έλληνες Επιχειρηματίες οφείλουν  τώρα  να ηγηθούν των εξελίξεων»

111Σαφές μήνυμα ότι οι κορυφαίοι Έλληνες επιχειρηματίες που επέζησαν της πολύχρονης οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης οφείλουν να πάρουν στα χέρια τους τα ηνία της οικονομίας και να επενδύσουν δυναμικά στη χώρα, στέλνει με την συνέντευξή του στο «Χ» ο Κωνσταντίνος Καραφωτάκης. Ο άνθρωπος που διοικεί έναν από τους μεγαλύτερους ελληνικούς πολυεθνικούς επιχειρηματικούς ομίλους της χώρας αποκαλύπτει ότι είναι έτοιμος να συμμετάσχει σε ευρύτερες συμμαχίες ώστε η Ελληνική Οικονομία να παραμείνει σε ελληνικά χέρια χωρίς να παραγνωρίζει την συμβολή και την σημαντικότητα των άμεσων ξένων επενδύσεων. Ο κ. Κώστας Καραφωτάκης ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, με ειδίκευση στα χρηματοοικονομικά και MBA στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΑΣΟΕΕ), καθώς και μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από την Ελληνική Εταιρία Διοίκησης Επιχειρήσεων (Ε.Ε.Δ.Ε.). Εργάζεται στον όμιλο επιχειρήσεων του Πάνου Γερμανού από το 1997, όπου διετέλεσε ως Οικονομικός Διευθυντής σε θυγατρικές εταιρίες του Ομίλου στις χώρες Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουκρανία. Τον Ιανουάριο του 2000 ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντή Επενδυτικών Σχέσεων και Εταιρικής Επικοινωνίας της ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΒΕΕ. Τον Ιανουάριο του 2007 αναλαμβάνει Γενικός Διευθυντής στον Όμιλο Εταιριών Olympia, ενώ από το 2016 είναι Διευθύνων Σύμβουλος.

 

Είναι πρόσφατο το παράδειγμα, κύριε Καραφωτάκη, ο Όμιλος Οlympia, σ’ ένα από τα τελευταία μεγάλα deals του Χρηματιστηρίου της Αθήνας ανακοίνωσε ότι μαζί με την VNK Capital αποφάσιαν να επενδύσουν στο μετοχικό κεφάλαιο της Lamda Development που υλοποιεί το μεγάλο σχέδιο ανάπλασης του Ελληνικού….Τι σημαίνει αυτή η κίνηση;

Είναι μια πρωτοβουλία ενταγμένη σε μια συνολική στρατηγική. Το Olympia Group μαζί με την VNK της οικογένειας Κάτσου σχηματίσαμε ένα κοινό επενδυτικό όχημα τη Voxcove Holdings και προχωρήσαμε σε μια τοποθέτηση μακροπρόθεσμου χαρακτήρα. Η αξιοποίηση του παλιού αεροδρομίου της Αθήνας στο Ελληνικό που έχει αναλάβει η Lamda Development μαζί με τους ισχυρούς συνεταίρους της, είναι ίσως το σημαντικότερο επενδυτικό σχέδιο στην Ελλάδα σήμερα. Η είσοδος του κοινού επενδυτικού οχήματος Voxcove Holdings στο μετοχικό κεφάλαιο της Lamda Development υπογραμμίζει την πίστη των δύο εταιριών (VNK Capital και Olympia Group) στις δυνατότητες και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Πριν από αυτή την κίνηση, το Olympia Group συμμετείχε σε μια μεγάλη κοινοπραξία ελληνικών επιχειρήσεων, συνεργαστήκατε με το Virtus Fund  αλλά και με άλλα λαμπρά ελληνικά επιχειρηματικά ονόματα (Πάνος Λασκαρίδης, Οδυσσέας Κυριακόπουλος, Γιάννης Σαραντίτης, Β. και Ν. Κάτσου), όπως και με το Ίδρυμα Ωνάση, για να διεκδικήσετε από κοινού μια ελληνική προσοδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα την οποία πουλούσε μία Τράπεζα. Ανεξάρτητα με το αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής, θεωρείτε ότι αυτός είναι ο δρόμος για να ανακάμψει η ελληνική επιχειρηματικότητα και η ελληνική οικονομία;

Αναμφίβολα ναι. Μπορώ χωρίς να δισταγμό να σας αποκαλύψω ότι στο εγγύς μέλλον θα δείτε πολλές ανάλογες προσπάθειες στις οποίες ο Όμιλος Οlympia θα συμμετέχει καθοριστικά. Θεωρώ ότι ήρθε πλέον η στιγμή για τους ελληνικούς επιχειρηματικούς ομίλους να πάρουν σοβαρές επενδυτικές πρωτοβουλίες.

Σας δίνω ένα παράδειγμα, προφανώς δεν είναι το μοναδικό:

  • Ακούμε καθημερινά για επενδυτικά funds του εξωτερικού που εξαγοράζουν κοψοχρονιά τα δάνεια πάλαι ποτέ ισχυρών επιχειρήσεων. Γιατί να μην κάνουν και οι Έλληνες επιχειρηματίες αντίστοιχες προτάσεις; Γιατί να μην συνεργαστούν οι ισχυροί όμιλοι του τόπου σήμερα ώστε οι δραστηριότητες αυτές να παραμείνουν ελληνικές; Αυτός νομίζω είναι ο σωστός δρόμος για την υγιή οικονομική ανάκαμψη…

Ποιοι είναι όμως αυτοί οι επιχειρηματίες που μπορούν τώρα να αναλάβουν τέτοιες πρωτοβουλίες;

Οι επιχειρήσεις που άντεξαν αυτή την πρωτοφανή κρίση είναι εκείνες που είχαν κυρίως εξαγωγικό προσανατολισμό, χαμηλό βαθμό δανεισμού και επαρκή ρευστότητα. Είναι οι επιχειρήσεις που αναδιάρθρωσαν έγκαιρα την παραγωγική τους δομή για να δημιουργούν προς διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες. Είναι οι επιχειρήσεις που ναι, εξορθολόγισαν το κόστος λειτουργίας τους, από-επένδυσαν έγκαιρα από παλιές και φθίνουσες δραστηριότητες. Είναι οι επιχειρήσεις που επένδυσαν ίδια κεφάλαια στο μέλλον της επιχείρησής τους. Ας μην ξεχνάμε και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ανεξάρτητα από τις δυσκολίες οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι οι ελληνικές τράπεζες, παρά τα δικά τους σημαντικά προβλήματα, στήριξαν τις βιώσιμες επιχειρήσεις στις δύσκολες μέρες, κυρίως με ρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις υποχρεώσεων.

Μπορεί αλήθεια να αλλάξει το επενδυτικό κλίμα μόνο από τις επιχειρήσεις που επιβίωσαν της κρίσης;

Αυτοί θα είναι οι πρωτοπόροι της νέας προσπάθειας. Οι επιχειρήσεις που επιβίωσαν βγαίνουν σήμερα πιο δυνατές, πιο έμπειρες, χωρίς εξάρτηση από τις κρατικές δουλειές και προμήθειες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι υγιείς μεγάλες επιχειρήσεις δανείζονται σήμερα χωρίς εξασφαλίσεις από τις κεφαλαιαγορές, με ανταγωνιστικούς όρους – κάτι που δεν έχουν κατορθώσει ακόμη οι τράπεζες και το Δημόσιο, παρά μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Αυτή είναι η ευθύνη μας σήμερα. Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης και ρόλο για να βγει οριστικά η χώρα από την κρίση και να μπει σε τροχιά ανάκαμψης. Το θέμα της αξιοπιστίας της χώρας και της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των αγορών στις προοπτικές της αφορά και τον ιδιωτικό τομέα.

Πως ακριβώς θα εκδηλωθούν αυτές οι υγιείς ιδιωτικές πρωτοβουλίες;

Πρέπει να συμβάλουμε όλοι μαζί στη διαμόρφωση ενός θετικότερου κλίματος. Παρά τις όποιες βελτιώσεις, η χώρα δεν θα εξέλθει της κρίσης με τον ιδιωτικό τομέα να απέχει της επενδυτικής δραστηριότητας, με τη ρευστότητα σε αδρανείς ή κερδοσκοπικές τοποθετήσεις. Η ελληνική επιχειρηματικότητα οφείλει να επενδύσει στο παραγωγικό μέλλον της χώρας, συμβάλλοντας στην εξυγίανση των προβληματικών επιχειρήσεων και κλάδων, υλοποιώντας μια σύγχρονη πολιτική κοινωνικής ευθύνης και εταιρικής διακυβέρνησης και αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες. Υπάρχουν σήμερα δεκάδες ελληνικές επιχειρήσεις, αν όχι εκατοντάδες, με σαφή αναπτυξιακό προσανατολισμό και με εδραιωμένο όνομα στην εγχώρια και διεθνή αγορά, που αξιοποιούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας. Πρέπει να αποτελέσουν τον νέο πυλώνα της ελληνικής επιχειρηματικότητας, δημιουργώντας θέσεις εργασίας, με σύγχρονη διοίκηση που σέβεται τα εργασιακά δικαιώματα, το περιβάλλον, τους θεσμούς.

Έχετε εσείς εντοπίσει κάποιες επενδυτικές ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν μέσα στη κρίση;

Έχουμε εντοπίσει πολλούς επιχειρηματικούς κλάδους που επλήγησαν βάναυσα, πολλές φορές άδικα, από την κρίση. Εμείς που σήμερα είμαστε όρθιοι οφείλουμε να βοηθήσουμε στην ανάκαμψη. Είναι μια προσπάθεια προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας.  Τα τελευταία 10 χρόνια βιώσαμε μια δραματική μείωση της ζήτησης και του τζίρου των επιχειρήσεων, που προσέγγισε σε ορισμένους κλάδους το 80%-90% (π.χ. τσιμεντοβιομηχανία, λιανικό εμπόριο, εισαγωγές αυτοκινήτων). Ζήσαμε μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες ρευστότητας, υψηλό κόστος δανεισμού, αλλά κυρίως περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές. Σημειώθηκε επίσης μία χωρίς προηγούμενο μείωση των διεθνών πιστώσεων για εισαγωγές αγαθών, ενδιάμεσων προϊόντων και πρώτων υλών. Διαμορφώθηκαν αντιπαραγωγικοί υψηλότεροι φορολογικοί συντελεστές στις συναλλαγές (π.χ. ΦΠΑ), αλλά και στους παραγωγικούς συντελεστές (π.χ. ΕΝΦΙΑ στα βιομηχανικά ακίνητα), ενώ πρωτοφανής ήταν η χαλάρωση των συναλλακτικών ηθών και του κινδύνου αντισυμβαλλομένου. Παράλληλα, κατέρρευσαν οι τιμές των κινητών και ακινήτων αξιών και σημειώθηκε δραματική επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, των καταναλωτικών προσδοκιών και της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό. Η αξιοσημείωτη μείωση του κόστους εργασίας δεν ήταν τελικά επαρκής για να αντισταθμίσει το μέγεθος και τη διάρκεια των παραπάνω σημαντικών αρνητικών εξελίξεων. Όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν και οι ελληνικές επιχειρήσεις οφείλουν να συμβάλλουν, οφείλουν να δράσουν τώρα…

Και πως θα αλλάξουν όλα αυτά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα;

Δουλεύοντας, επενδύοντας, προσπαθώντας. Οι Έλληνες επιχειρηματίες πρέπει να επενδύσουν στο παραγωγικό μέλλον της χώρας. Οφείλουμε όλοι μαζί να συμβάλλουμε στην εξυγίανση των προβληματικών επιχειρήσεων και κλάδων, υλοποιώντας μια σύγχρονη πολιτική κοινωνικής ευθύνης και εταιρικής διακυβέρνησης, αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες. Υπάρχουν σήμερα δεκάδες ελληνικές επιχειρήσεις, αν όχι εκατοντάδες, με σαφή αναπτυξιακό προσανατολισμό και με εδραιωμένο όνομα στην εγχώρια και διεθνή αγορά, που αξιοποιούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας. Πρέπει να αποτελέσουν τον νέο πυλώνα της ελληνικής επιχειρηματικότητας, δημιουργώντας θέσεις εργασίας, με σύγχρονη διοίκηση που σέβεται τα εργασιακά δικαιώματα, το περιβάλλον, τους θεσμούς.

Θεωρείτε λοιπόν, ότι το 2018 είναι η χρονιά που η Ελλάδα βγαίνει οριστικά από την κρίση;

Είναι πολύ νωρίς για μια τέτοια διαπίστωση. Θεωρώ όμως ότι είναι χρέος των ελληνικών επιχειρήσεων να αναλάβουν επενδυτικά ρίσκα σ’ αυτή τη συγκυρία ώστε να ηγηθούν των εξελίξεων αντί να ακολουθούν πρωτοβουλίες άλλων κρατών. Τα τελευταία 10 χρόνια η  Ελλάδα πέρασε τη μεγαλύτερη κρίση της πρόσφατης ιστορίας της. Ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης βαρύνει όλους εμάς που αρνηθήκαμε να διαγνώσουμε έγκαιρα το πρόβλημα, να αναγνωρίσουμε τις αιτίες του και να υλοποιήσουμε αποφασιστικά τις αναγκαίες και ρεαλιστικές λύσεις. Η κατάσταση σήμερα είναι σαφώς καλύτερη. Μετά από πολλά χρόνια διστακτικότητας και καθυστερήσεων, οι οικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, οι κίνδυνοι περιορίζονται η Ελλάδα βαδίζει πάνω στις ράγες της λογικής.

Υπάρχουν ωστόσο πολλά ακόμη προβλήματα…

Δεν υπάρχει αμφιβολία. Η χώρα αντιμετωπίζει κρίσιμες προκλήσεις. Η ανεργία και η φτώχεια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους αμφισβητείται. Το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τροχοπέδη για την αποκατάσταση της υγιούς λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.Οι ιδιωτικές επενδύσεις έχουν καταρρεύσει σε πρωτοφανή για την Ευρώπη επίπεδα, κοντά στο 11% του ΑΕΠ. Η διατήρηση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων υπονομεύουν την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Ακόμη και σήμερα μετά από 7 χρόνια μνημονιακών πολιτικών, η φοροδιαφυγή παραμένει δυσεπίλυτο πρόβλημα, στην Ελλάδα.

Ακούστε, οι υπερβολικά υψηλοί φορολογικοί συντελεστές, τροφοδοτούν τη φοροδιαφυγή και υπονομεύουν την παραγωγική δραστηριότητα και τις επενδύσεις. Στην Ελλάδα, ακόμη και σήμερα, υπάρχει ένα μη φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Σας αναφέρω ενδεικτικά το πρόβλημα των καθυστερήσεων στις ιδιωτικοποιήσεις. Τέτοιες καταστάσεις αποθαρρύνουν τις αναγκαίες ξένες επενδύσεις. Μην γελιέστε, η χώρα πρέπει να αποκτήσει αξιόπιστη οικονομική πολιτική. Μπορούμε όλοι μαζί να βελτιώσουμε την εμπιστοσύνη των αγορών και της κοινωνίας στις προοπτικές της χώρας και να κερδίσουμε το στοίχημα της επιστροφής σε υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Αν σας ζητούσα εν κατακλείδι, να συνοψίσετε τις αλλαγές που θέλετε να δείτε να συμβαίνουν στην χώρα, μέσα στο 2018 τι θα μου λέγατε;

Θα σας έλεγα ότι δεν είναι ώρα για λόγια αλλά για έργα. Να ξεπεράσουμε ιδεολογικές εμμονές, αδιέξοδες αναμετρήσεις και λαϊκιστικές προσεγγίσεις, να στρατευθούμε όλοι σε μια νέα αναπτυξιακή πορεία με στόχο την αποκατάσταση της διεθνούς εικόνας της χώρας. Η νέα ελληνική επιχειρηματικότητα δεν χρειάζεται πλέον κρατικά δεκανίκια και προστασία από τον ανταγωνισμό. Χρειάζεται απλά πράγματα, ένας απλός δεκάλογος  που αυτομάτως καθιστά μια χώρα ελκυστική για υποψήφιους επενδυτές:

  1. Σταθερό πολιτικό και οικονομικό κλίμα.
  2. Προβλέψιμη οικονομική πολιτική.
  3. Αποτελεσματικούς θεσμούς, ιδιαίτερα εποπτείας, δικαιοσύνης, δημόσιας διοίκησης.
  4. Ανταγωνιστικούς φορολογικούς συντελεστές.
  5. Ικανοποιητικές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων των τηλεπικοινωνιών και των ψηφιακών δυνατοτήτων.
  6. Σύγχρονη παιδεία και έρευνα, διασυνδεδεμένες με την παραγωγική διαδικασία.
  7. Ξεκάθαρους κανόνες αναφορικά με τη χρήση γης, το περιβάλλον, τη χωροταξία.
  8. Ανοικτές ανταγωνιστικές αγορές.
  9. Ισχυρό και αξιόπιστο τραπεζικό σύστημα.
  10. Ολοκληρωμένο, μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό σχέδιο.

Αν αντιμετωπίσουμε αυτές τις προκλήσεις, μέσα από την άνθηση της επιχειρηματικότητας και των ιδιωτικών επενδύσεων θα δημιουργηθεί αμέσως  περιθώριο για  μια σύγχρονη πολιτική ευκαιριών και προστασίας των ασθενέστερων στρωμάτων. Όλοι έχουμε να ωφεληθούμε από την επιτυχία μας.